Γυναικολογία

Γυναικολογία

Γυναικολογία ονομάζεται ο κλάδος της ιατρικής που έχει ως βασικό αντικείμενο τη μελέτη του γυναικείου οργανισμού και του γυναικείου γενετικού συστήματοςαπό κάθε άποψη: μορφολογική, φυσιολογική και παθολογική άποψη.
Η μελέτη των παθήσεων των θηλυκών γεννητικών οργάνων αποτελούσε το αποκλειστικό αντικείμενο της γυναικολογίας έως και τα μέσα του 19ου αιώνα. Με την πάροδο του χρόνου, η πρόοδος της ιατρικής και κυρίως της χειρουργικής, αλλά και η ανάπτυξη των κλάδων της ενδοκρινολογίας και της ψυχιατρικής, οδήγησαν τη γυναικολογία στη μελέτη όλων των τομέων της γυναικείας συμπεριφοράς.

Γυναικολογική Εξέταση

Παρά τις αναρίθμητες εργαστηριακές εξετάσεις και τις σύγχρονες διαγνωστικές προσεγγίσεις με οπτικοακουστικά μέσα, τίποτα δεν υποκαθιστά τη γυναικολογική εξέταση.

Αντιθέτως, η άμεση επαφή με τον γυναικολόγο αποτελεί την αρχή της διερεύνησης  όποιου προβλήματος υπογονιμότητας  κι είναι αυτή που καθορίζει τον περεταίρω έλεγχο, που περιλαμβάνει μέρος ή και το σύνολο των κατωτέρω διαγνωστικών εργαλείων.

Κάθε υγιής γυναίκα πρέπει τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο να παρακολουθείται γυναικολογικά, τόσο για το ετήσιο τεστ Παπανικολάου όσο και για μία εκτενέστερη γυναικολογική εκτίμηση. Γυναίκες με παθολογικό γυναικολογικό ιστορικό μπορεί να χρειαστεί να υποβληθούν σε επανεξέταση νωρίτερα από τον χρόνο.

Λήψη Ιστορικού

Στην πρώτη συνάντηση με τον γυναικολόγο θα ερωτηθείτε για στοιχεία που αφορούν την εν γένει υγεία σας, πιθανά χρόνια ή κληρονομικά νοσήματα, φάρμακα που λαμβάνεται, προηγούμενες χειρουργικές επεμβάσεις.

Έμφαση θα δοθεί στο ατομικό γυναικολογικό σας ιστορικό (εμμηναρχή, διάρκεια εμμηνορυσιακού κύκλου και εμμήνου ρύσεως, ιστορικό κυήσεων-αποβολών-διακοπής κύησης, εμφάνιση ινομυωμάτων-πολύποδα κ.ο.κ.).

Σημαντικό είναι να καλλιεργηθεί από την πρώτη κιόλας επίσκεψη το κατάλληλο κλίμα εμπιστοσύνης και συνεργασίας μεταξύ γιατρού και ζευγαριού, ώστε σημαντικές πληροφορίες να μην αποκρυφτούν, αλλά  και να εξασφαλιστεί η συμμορφωσιμότητα και η συνεργασία του ζεύγους με τις προτάσεις  κι οδηγίες του θεράποντος ιατρού.

Η διερεύνηση και κατ΄επέκταση η λύση του όποιου προβλήματος υπογονιμότητας απαιτεί άρτια συνεργασία, ομαδικότητα κι εμπιστοσύνη μεταξύ γυναίκας-συντρόφου-γιατρού. Αυτό κατακτιέται σταδιακά αλλά κερδίζεται από την πρώτη συνάντηση.

Αμφίχειρη Γυναικολογική Εξέταση

Μετά τη λήψη του ιατρικού ιστορικού, ακολουθεί η γυναικολογική εξέταση. Αυτή γίνεται αρχίζοντας με την επισκόπηση των έξω γεννητικών οργάνων (αιδοιογεννητική περιοχή) για τυχούσα παθολογία (οξυτενή κονδυλώματα, δερματoπάθεια, ανατομικές ανωμαλίες). Ακολουθεί η εξέταση του κόλπου και του τραχήλου της μήτρας.

Κατά την επισκόπηση του κολπικού τοιχώματος και του τραχήλου της μήτρας γίνεται έλεγχος για κολποτραχηλίτιδες, ιογενείς βλάβες, ανατομικές ανωμαλίες (κολπικά διαφράγματα, δύο τραχήλους) ή παθολογία όπως προπτώσεις μήτρας, κυστεοκήλη, δουγλασσειοκήλη. Ακολουθεί η λήψη του testpap ή thinprep  καθώς και κολπικού-τραχηλικού υγρού για  καλλιέργεια.

Κυτταρολογική Εξέταση κατά Παπανικολάου (ΤΕΣΤ ΠΑΠ)

Το τεστ ΠΑΠ είναι η συλλογή κυττάρων από τον τράχηλο της μήτρας. Το δείγμα αποστέλλεται στο εργαστήριο. Προϋπόθεση για να γίνει το τεστ είναι να μην έχετε περίοδο όταν το πραγματοποιήσετε και να μην είχατε ελεύθερη σεξουαλική επαφή την προηγούμενη ημέρα. Η μόνη ενόχληση που μπορεί να νιώσει μια γυναίκα είναι κατά την ανεύρεση του τραχήλου, που διαρκεί όμως λιγότερο από μια στιγμή. Η κυτταρολογική εξέταση τεστ Παπανικολάου ανιχνεύει προκαρκινικές αλλοιώσεις του τραχήλου της μήτρας (σε στάδιο που η θεραπεία είναι ριζική) και έχει καθιερωθεί διεθνώς ως προληπτική εξέταση του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας. Έχει δε αποδώσει σημαντικά, όπως διαπιστώνεται από τη σαφή ελάττωση της συχνότητας του διηθητικού καρκίνου του τραχήλου.

Είναι απαραίτητη ακόμα και όταν μια γυναίκα δεν νιώθει ενοχλήσεις, καθώς τα κύτταρα του τραχήλου της μήτρας μπορεί να γίνουν κακοήθη, χωρίς πόνο ή άλλα συμπτώματα και συχνά χωρίς ορατές αλλοιώσεις κατά την απλή γυναικολογική εξέταση.

Το test Pap πρέπει να γίνεται με την έναρξη των σεξουαλικών σχέσεων, (ανεξαρτήτως ηλικίας) και κατόπιν κάθε χρόνο. Το test Pap γίνεται σε ημέρες εκτός εμμήνου ρύσεως και αφού προηγηθεί αποχή από σεξουαλική δραστηριότητα και εσωτερικές πλύσεις του κόλπου για ένα 48ωρο. Είναι μια ανώδυνη εξέταση, που διαρκεί λιγότερο από πέντε λεπτά.

Κυτταρολογία Υγρής Φάσης (THIN PREP)

Tο Thin Prep Pap Test είναι η πρώτη πραγματική βελτίωση του κλασσικού Test Pap (Τεστ Παπανικολάου) από την πρωτοεμφάνιση του πριν από 50 χρόνια. Η μέθοδος Thin Prep έχει εγκριθεί από τον Αμερικανικό Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) από το 1996. Η λήψη του Thin Prep Pap Test γίνεται με τον ίδιο ακριβώς ανώδυνο τρόπο όπως και το κλασσικό PapTest, τα κύτταρα όμως δεν επιστρώνονται απ΄ ευθείας στο πλακίδιο, αλλά τοποθετούνται σε φιαλίδιο με μονιμοποιητικό υγρό και ακολουθεί αυτόματη διαδικασία επεξεργασίας τους με ειδικό μηχάνημα.

Τα σημαντικότερο πλεονεκτήματα του Thin Prep Pap Test είναι ότι εξασφαλίζει τη συλλογή όλων των κυττάρων της λήψης και τη σωστή συντήρηση τους, ενώ αντίθετα, στο κλασσικό Test Pap απορρίπτεται η πλειονότητα των κυττάρων με τη σπάτουλα και το βουρτσάκι λήψης.

Στο κλασσικό Pap Test, η απλή επάλειψη των κυττάρων στη γυάλινη πλάκα  προκαλεί ακανόνιστη επίστρωση και συχνά δυσκολεύει την αξιολόγηση στο μικροσκόπιο. Αντιθέτως, το Thin Prep Pap Test, προσφέρει επιχρίσματα άριστης ποιότητας, με αποτέλεσμα ο κυτταρολόγος να κάνει ακριβέστερη διάγνωση.

Ακόμη, το Thin Prep Pap Test επιτρέπει τη διενέργεια επιπλέον εξετάσεων, που τυχόν θα χρειαστούν, στο ίδιο δείγμα, χωρίς επαναληπτική επίσκεψη και λήψη. Έγκυρες πηγές παγκοσμίως , έχουν αποδείξει ότι το Thin Prep Pap Test δίνει ακριβέστερα αποτελέσματα (πάνω από 90%) από ότι το συμβατικό Test Pap. To Thin Prep Pap Test αποτελεί σήμερα την πιο ευαίσθητη μέθοδο πρόληψης και διάγνωσης αλλοιώσεων του τραχήλου της μήτρας.

HPV- PCR TEST

O Ιός των Ανθρωπίνων Θηλωμάτων (HPV) είναι ικανός να εισέλθει στον ανθρώπινο οργανισμό και να προκαλέσει λοίμωξη. Έχουν παρατηρηθεί περίπου 200 τύποι του HPV, οι περισσότεροι από τους οποίους δεν προκαλούν σοβαρά συμπτώματα στους περισσότερους ανθρώπους. Υπάρχουν όμως ορισμένοι τύποι του ιού που αναπτύσσουν κονδυλώματα (καλοήθη νεοπλάσματα), ενώ άλλοι τύποι δύναται να προκαλέσουν την ανάπτυξη καρκίνου (κακόηθες νεόπλασμα) στον τράχηλο της μήτρας, τον κόλπο, το αιδοίο και τον πρωκτό στις γυναίκες ή να αναπτύξουν καρκίνο στον πρωκτό και στο πέος στους άνδρες.

Οι τύπου του ιού που είναι υπεύθυνοι για τα καλοήθη νεοπλάσματα αποκαλούνται lowrisk, ενώ οι τύποι που προκαλούν καρκίνο, αποκαλούνται highrisk. Οι πλειοψηφία των ανθρώπων που μολύνονται από τον HPV, δεν το γνωρίζουν. Το HPV DNA TEST είναι μια ειδικευμένη μέθοδος με την οποία ο ιατρός μπορεί όχι μόνο να διαπιστώσει αν υπάρχει λοίμωξη από τον ιό, αλλά να ανιχνεύσει αν ο τύπος του ιού ανήκει στους lowrisk ή τους highrisk.

Καλλιέργεια Κολπικού Υγρού

Σε περίπτωση, που η κλινική εικόνα (ερυθρότητα αιδοίου-κόλπου, εξέρυθρος τράχηλος, οίδημα χειλέων, αυξημένη δύσοσμη  κολπική έκκριση, παχύρευστη με ύποπτη χροιά) ή η συμπτωματολογία σας (κνησμός, τσούξιμο, δυσπαρεύνια) παραπέμπουν σε εικόνα αιδοιοκολπίτιδας-τραχηλίτιδας ο θεράπων ιατρός θα κάνει λήψη κολπικού και τραχηλικού επιχρίσματος (ενίοτε διουρηθρικού), ώστε να αποκαλυφθεί το αίτιο της φλεγμονής (μύκητας, βακτήριο, μυκόπλαμα κ.ο.κ.) και να γίνει στοχευμένη φαρμακευτική αντιμετώπισή του βάση αντιβιογράμματος.

Η διαδικασία λήψης γίνεται με αποστειρωμένους βαμβακοφόρους στειλεούς οι οποίοι τοποθετούνται σε ειδικούς σωλήνες μεταφοράς. Είναι απλή, ανώδυνη και παρόμοια με τη διαδικασία λήψης του τεστ Παπανικολάου.

Κατά τη διερεύνηση της υπογονιμότητας ο ανωτέρω έλεγχος είναι απαραίτητος καθώς είναι γνωστό ότι ειδικά συγκεκριμένοι μικροοργανισμοί όπως τα μυκοπλάσματα (Mycoplasma Hominis), το ουρεόπλασμα (Ureoplasma Urealiticum) και τα χλαμύδια (Chlamydia Trachomatis) αποτελούν αίτια υπογονιμότητας. Ειδικότερα, το ουρεόπλασμα συσχετίζεται με υπογονιμότητα αλλά και αποβολές Α΄τριμήνου κύησης, ενώ τα χλαμύδια με Χρόνια Πυελική Φλεγμονή (χρόνιο πυελικό άλγος, ενδοπυελικές συμφύσεις, απόφραξη σαλπίγγων, υδροσάλπιγγα ).  Εξάλλου, κάθε κάθε αίτιο φλεγμονής του κόλπου και του τραχήλου δημιουργεί ένα αφιλόξενο περιβάλλον για το σπέρμα  (αλλοίωση του PH του κόλπου καθώς και της ποιότητας της τραχηλικής βλέννης) εμποδίζοντας τη διαδικασία της γονιμοποίησης.

Ιολογικός Έλεγχος

Έλεγχος για HIV, Έλεγχος για Ηπατίτιδα B και Έλεγχος για Ηπατίτιδα C

Είναι απαραίτητος σε όλα τα ζευγάρια που πρόκειται να υποβληθούν σε εξωσωματική γονιμοποίηση.

ΓΥΝΑΙΚΟΛΟΓΙΚΟ ΥΠΕΡΗΧΟΓΡΑΦΗΜΑ

Το γυναικολογικό υπερηχογράφημα είναι μία μη επεμβατική, απεικονιστική μέθοδος που επιτρέπει τον έλεγχο των εσωτερικών δομών και οργάνων του σώματος. Λειτουργεί στέλνοντας ηχητικά κύματα ιδιαίτερα υψηλής συχνότητας (πάνω από 20.000 Hz), πολύ υψηλότερα από το φάσμα των ήχων που  αντιλαμβάνεται το ανθρώπινο αυτί και τα οποία είναι απολύτως ασφαλή για τους ασθενείς. Έτσι, η μέθοδος αυτή επιτρέπει ευκρινή έλεγχο της ανατομίας του σώματος χωρίς να επιβαρύνει με ακτινοβολία την ασθενή. Ο γυναικολογικός υπέρηχος μπορεί να γίνει είτε διακοιλιακά, είτε διακολπικά.

Αν η γυναίκα έχει ξεκινήσει τις ερωτικές της επαφές προτιμάται ο διακολπικός υπέρηχος, λόγω μεγαλύτερης ευκρίνειας. Εξετάζεται το μέγεθος, το περίγραμμα, η υφή της μήτρας και το πάχος του ενδομητρίου, καθώς επίσης και το μέγεθος και η υφή των ωοθηκών. Σε γυναίκες που δεν έχουν ξεκινήσει ερωτικές επαφές ή σε πολύ μεγάλου μεγέθους παθολογίες (π.χ. ευμεγέθη ινομυώματα, μεγάλες κύστεις ωοθηκών κ.ο.κ.) το διακοιλιακό υπερηχογράφημα συνήθως προτιμάται.

Η εξέταση με υπερηχογράφημα είναι ο απλούστερος και πολλές φορές βασικότερος τρόπος διάγνωσης ή και αποκλεισμού γυναικολογικών παθήσεων, όπως τα ινομυώματα μήτρας, οι κύστεις ενδομητρίωσης, οι πολυκυστικές ωοθήκες, η αδενομύωση, οι κύστες των ωοθηκών, οι πολύποδες ή η υπερπλασία του ενδομητρίου, ανατομικές ανωμαλίες ή όγκοι των έσω γεννητικών οργάνων, κτλ.

Είναι καλύτερα να πραγματοποιείται μετά το πέρας της εμμήνου ρύσεως, ενώ μπορεί να επαναληφθεί μεσοκυκλικά για να δώσει πληροφορίες για την ποιότητα και το μέγεθος των ωοθυλακίων καθώς και το πάχος του ενδομητρίου. Πληροφορίες σημαντικές τόσο για τη διάγνωση της υπογονιμότητας όσο και για την περεταίρω αντιμετώπισή της.

Συγκεκριμένα, για τη διερεύνηση προβλημάτων υπογονιμότητας και την παρακολούθηση θεραπειών υποβοηθούμενης αναπαραγωγής αποτελεί βασικό διαγνωστικό εργαλείο. 

Εκτός από τη διάγνωση καταστάσεων που μπορεί να επηρεάζουν τη γονιμότητα μίας γυναίκας, το υπερηχογράφημα είναι βασικός τρόπος αξιολόγησης της κατάστασης των ωοθηκών και των ωοθηκικών επαρκειών της γυναίκας, καθώς και της κατάστασης του ενδομητρίου, στο οποίο πραγματοποιείται η εμφύτευση των εμβρύων.

Επίσης είναι αναπόσπαστο κομμάτι της παρακολούθησης οποιασδήποτε θεραπείας υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

Παθήσεις Μαστού

Ψηλάφιση Μαστών

Η γυναικολογική εξέταση πρέπει πάντα να περιλαμβάνει την Ψηλάφηση Μαστών από τον γυναικολόγο για την αποκάλυψη ψηλαφητών μορφωμάτων αλλά κι άλλων παθολογικών καταστάσεων (φλεγμονή-μαστίτιδα, εισολκή θηλής, δερματικών αλλοιώσεων κ.ο.κ.).

Με την ψηλάφηση μαστών έχει πλέον ολοκληρωθεί η πρώτη επαφή με τον ιατρό σας.

Η διερεύνηση της υπογονιμότητας ξεκινώντας από την γυναικολογική εξέταση ήδη θα διαφωτίσει πολλά ερωτηματικά σας. Θα δώσει χρήσιμες πληροφορίες στον θεράπων με βάση τις οποίες θα ακολουθήσει ο περεταίρω εργαστηριακός και απεικονιστικός έλεγχος. Το σημαντικότερο όμως είναι πως αυτή η πρώτη συνάντηση καθορίζει τη σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης που πρέπει να υπάρχει ανάμεσα στους συμβαλλόμενους, ώστε να επιτευχθεί ο απώτερος σκοπός που είναι η απόκτηση ενός ή περισσοτέρων παιδιών!

Μαστογραφία – Υπέρηχος Μαστού

Αναλόγως των ευρημάτων της κλινικής εξέτασης – ψηλάφησης των μαστών ο ιατρός σας θα σας συστήσει περεταίρω υπερηχογραφικό ή ακτινοσκοπικό (μαστογραφία) έλεγχο.

Ειδικότερα, σε γυναίκες με κληρονομικό ιστορικό καρκίνου μαστού η μαστογραφία θα πρέπει για πρώτη φορά να γίνεται στα 35 έτη ενώ είναι υποχρεωτική για όλες τις γυναίκες άνω των 40 ετών.

Ιδιαίτερη προσοχή, πριν ξεκινήσουν οποιαδήποτε μέθοδο υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, απαιτείται και σε εκείνες με ιστορικό ινοαδενωμάτων, κύστεων και ινοκυστικής μαστοπάθειας.

Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί η συμβουλευτική Μαστολόγου αναλόγως των ευρημάτων του ανωτέρου ελέγχου.

Ορμονολογικός Έλεγχος

Ανήκει στις αιματολογικές εξετάσεις. Ως εκ τούτου πραγματοποιείται με αιμοληψία τη 2η με 3η ημέρα του κύκλου (ως 1η ημέρα ορίζουμε την αρχή της εμμήνου ρύσεως). Περιλαμβάνει τον προσδιορισμό των επιπέδων των κυκλοφορούντων ορμονών στο αίμα της εξεταζόμενης.

Ο έλεγχος των ορμονών FSH/LH, όταν υπάρχουν διαταραχές κύκλου ή/και η γυναίκα είναι προχωρημένης αναπαραγωγικής ηλικίας. Υψηλά επίπεδα FSH σχετίζονται με περιορισμένη ωοθηκική λειτουργία. Συγκεκριμένα  FSH>15 mlU/ml  συνοδεύονται από χαμηλά ποσοστά κυήσεων ενώ τιμές πάνω από 25mlU/ml δίνουν αναλογία εγκυμοσύνης μικρότερη του 5%. Επίσης, αυξημένα επίπεδα της LH αναλογικά με τα επίπεδα της FSH, σχετίζονται με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών.

Μέτρηση της ορμόνης AMH (αντιμυλλέρειος): τιμές χαμηλότερες από 5.4 pmol/l είναι σε γενικές γραμμές δείκτης πολύ χαμηλής γονιμότητας λόγω χαμηλού αποθέματος ωαρίων και η πρόγνωση είναι κακή. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως μια γυναίκα με πολύ χαμηλή AMH δεν μπορεί να μείνει έγκυος. Στην περίπτωση αυτή, η FSH στο συγκεκριμένο κύκλο που γίνεται η προσπάθεια για σύλληψη  έχει μεγαλύτερη αξία. Προσοχή στις μονάδες μέτρησης καθώς υπάρχουν δυο διαφορετικά συστήματα και οι τιμές αναφοράς από εργαστήριο σε εργαστήριο μπορεί να είναι διαφορετικές. Επίσης, η επιλογή του εργαστηρίου είναι πολύ σημαντική λόγω και της ευαισθησίας στη μέτρηση της συγκεκριμένης ορμόνης. Τιμές AMH μεγαλύτερες από 25 pmol/l έχουν πολύ καλή πρόγνωση και όσο μεγαλύτερη είναι η AMH, τόσο πιο προσεχτικοί πρέπει να είμαστε στην επιλογή του κατάλληλου πρωτοκόλλου διέγερσης, για να αποφύγουμε πιθανή υπερδιέγεση των ωοθηκών σε περίπτωση εξωσωματικής γονιμοποίησης.

Έλεγχος PRL (προλακτίνης): Δεν πρέπει να πραγματοποιείται ως εξέταση ρουτίνας, παρά μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που υπάρχει διαπιστωμένα μια διαταραχή στον κύκλο πχ. αμηνόρροια, όταν υπάρχει γαλακτόρροια από τις θηλές ή όγκος στην υπόφυση (προλακτίνωμα).

Έλεγχος των ορμονών του θυρεοειδή αδένα: Η λειτουργία του θυρεοειδούς είναι άμεσα συνδεδεμένη με την γονιμότητα και την ομαλή λειτουργία του κύκλου όμως ο έλεγχος σε αυτό το επίπεδο πρέπει να γίνεται εφόσον ο ιατρός κρίνει πως συντρέχει λόγος, σε γυναίκες που παρουσιάζουν συμπτώματα συναφή με θυρεοειδοπάθεια ή λόγω βεβαρημένου ιστορικού. Ωστόσο, καλό είναι ο βασικός έλεγχος να περιλαμβάνει τη μέτρηση της TSH κι επί μη φυσιολογικών τιμών προτείνεται ο περεταίρω έλεγχος του θυροειδούς καθώς κι εκτίμηση-θεραπεία  από ενδοκρινολόγο.

Σε περιπτώσεις διαταραχών εμμήνου ρύσεως, αμηνόρροιας, δασυτρυχισμού, ακμής, μελάγχρωσης δέρματος  η επέκταση του ορμονικού ελέγχου θα περιλαμβάνει, εκτός των ανωτέρω, έλεγχο υπερανδρογοναιμίας , όπως τεστοστερόνης (Τ) ολικής και ελεύθερης, Δ4-ανδροστενδιόνης (Δ4-Α), θειικής δεϋδρο-έπιανδροστερόνης (S-DHEA) καθώς και της δεσμευτικής των ορμονών του φίλου πρωτείνης (SHBG).  Στα πλαίσια διερεύνησης ορμονικών διαταραχών και πιο συγκεκριμένα του συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών ο εν λόγω εργαστηριακός έλεγχος περιλαμβάνει την μέτρηση της 17ΟΗ-προγεστερόνης (17ΟΗ-PRG) για να επιβεβαιωθεί ή αποκλειστεί ο ρόλος των επινεφριδίων. Με βάση τα αποτελέσματα του βασικού ορμονικού ελέγχου μπορεί να απαιτηθεί περεταίρω διερεύνηση με δυναμικές δοκιμασίες και πιο εξειδικευμένες εξετάσεις που θα συστήσει ο θεράπων ιατρός.

Ο έλεγχος της ωοθυλακιορρηξίας, ο οποίος περιλαμβάνει υπερηχογραφική διαπίστωση και μέτρηση των επιπέδων της PRG ( προγεστερόνης ) στο μέσο της ωχρινικής φάσης (21η ημέρα κύκλου σε ένα κύκλο 28 ημερών), ή 7 ημέρες πριν την επόμενη περίοδο, όταν ο κύκλος είναι σταθερός. Σε διαφορετική περίπτωση, πρέπει να γίνει προσαρμογή της μέτρησης ανάλογα με τα δεδομένα της κάθε ασθενούς. Μόνο επίπεδα >30nmol/l θεωρούνται επαρκή για την εξακρίβωση επιτυχημένης ωοθυλακιορρηξίας.