Γυναικολογικό Υπερηχογράφημα

ΓΥΝΑΙΚΟΛΟΓΙΚΟ ΥΠΕΡΗΧΟΓΡΑΦΗΜΑ

Το γυναικολογικό υπερηχογράφημα είναι μία μη επεμβατική, απεικονιστική μέθοδος που επιτρέπει τον έλεγχο των εσωτερικών δομών και οργάνων του σώματος. Λειτουργεί στέλνοντας ηχητικά κύματα ιδιαίτερα υψηλής συχνότητας (πάνω από 20.000 Hz), πολύ υψηλότερα από το φάσμα των ήχων που  αντιλαμβάνεται το ανθρώπινο αυτί και τα οποία είναι απολύτως ασφαλή για τους ασθενείς. Έτσι, η μέθοδος αυτή επιτρέπει ευκρινή έλεγχο της ανατομίας του σώματος χωρίς να επιβαρύνει με ακτινοβολία την ασθενή. Ο γυναικολογικός υπέρηχος μπορεί να γίνει είτε διακοιλιακά, είτε διακολπικά.

Αν η γυναίκα έχει ξεκινήσει τις ερωτικές της επαφές προτιμάται ο διακολπικός υπέρηχος, λόγω μεγαλύτερης ευκρίνειας. Εξετάζεται το μέγεθος, το περίγραμμα, η υφή της μήτρας και το πάχος του ενδομητρίου, καθώς επίσης και το μέγεθος και η υφή των ωοθηκών. Σε γυναίκες που δεν έχουν ξεκινήσει ερωτικές επαφές ή σε πολύ μεγάλου μεγέθους παθολογίες (π.χ. ευμεγέθη ινομυώματα, μεγάλες κύστεις ωοθηκών κ.ο.κ.) το διακοιλιακό υπερηχογράφημα συνήθως προτιμάται.

Η εξέταση με υπερηχογράφημα είναι ο απλούστερος και πολλές φορές βασικότερος τρόπος διάγνωσης ή και αποκλεισμού γυναικολογικών παθήσεων, όπως τα ινομυώματα μήτρας, οι κύστεις ενδομητρίωσης, οι πολυκυστικές ωοθήκες, η αδενομύωση, οι κύστες των ωοθηκών, οι πολύποδες ή η υπερπλασία του ενδομητρίου, ανατομικές ανωμαλίες ή όγκοι των έσω γεννητικών οργάνων, κτλ.

Είναι καλύτερα να πραγματοποιείται μετά το πέρας της εμμήνου ρύσεως, ενώ μπορεί να επαναληφθεί μεσοκυκλικά για να δώσει πληροφορίες για την ποιότητα και το μέγεθος των ωοθυλακίων καθώς και το πάχος του ενδομητρίου. Πληροφορίες σημαντικές τόσο για τη διάγνωση της υπογονιμότητας όσο και για την περεταίρω αντιμετώπισή της.

Συγκεκριμένα, για τη διερεύνηση προβλημάτων υπογονιμότητας και την παρακολούθηση θεραπειών υποβοηθούμενης αναπαραγωγής αποτελεί βασικό διαγνωστικό εργαλείο. 

Εκτός από τη διάγνωση καταστάσεων που μπορεί να επηρεάζουν τη γονιμότητα μίας γυναίκας, το υπερηχογράφημα είναι βασικός τρόπος αξιολόγησης της κατάστασης των ωοθηκών και των ωοθηκικών επαρκειών της γυναίκας, καθώς και της κατάστασης του ενδομητρίου, στο οποίο πραγματοποιείται η εμφύτευση των εμβρύων.

Επίσης είναι αναπόσπαστο κομμάτι της παρακολούθησης οποιασδήποτε θεραπείας υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.